σέλα

η / σέλλα, ΝΜΑ, και λόγιος τ. σέλλα Ν
ειδικό κάθισμα για τον ιππέα που προσαρμόζεται στην ράχη τού υποζυγίου και, ιδίως, τού αλόγου, εφίππιο («οι όμορφοι καβαλλάροι / στην σέλλα σάζουν το κορμί, στην χέρα το κοντάρι», Ερωτόκρ.)
νεοελλ.
1. το κάθισμα τού οδηγού ποδηλάτου ή μοτοσυκλέτας
2. το χαμηλότερο σημείο κορυφογραμμής ανάμεσα σε δύο υψώματα, διάσελο
3. μέρος τού σώματος σφαγίου που εκτείνεται από την πρώτη πλευρά μέχρι τον μηρό
4. (παλαιότ.) πλατύ και ανοιχτό κάθισμα κυκλικού σχήματος, πάνω στο οποίο τοποθετούσαν την ετοιμόγενη γυναίκα
μσν.-αρχ.
δίφρος, κάθισμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. sella (< sedeo «κάθομαι»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σέλα — σέλᾱ , σέλας light neut nom/voc/acc pl σέλᾱ , σέλας light neut nom/voc/acc dual σέλᾱ , σελάω shine pres imperat act 2nd sg σέλᾱ , σελάω shine imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέλα — [сэлла] ουσ. Θ. седло …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σέλα — η (λ. λατ.) 1. ειδικό κάθισμα για τον ιππέα πάνω στη ράχη του αλόγου. 2. κάθισμα ποδηλάτου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σελᾶ — σελάω shine pres subj act 1st sg (doric aeolic) σελάω shine pres ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέλᾳ — σέλαϊ , σέλας light neut dat sg σέλαι , σέλας light neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελάσει — σελά̱σει , σελάω shine aor subj act 3rd sg (epic doric aeolic) σελά̱σει , σελάω shine fut ind mid 2nd sg (doric aeolic) σελά̱σει , σελάω shine fut ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελαναία — σελᾱναίᾱ , σεληναίη fem nom/voc/acc dual (doric) σελᾱναίᾱ , σεληναίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελαναίας — σελᾱναίᾱς , σεληναίη fem acc pl (doric) σελᾱναίᾱς , σεληναίη fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελάνα — σελά̱νᾱ , σελήνη the moon fem nom/voc/acc dual (doric) σελά̱νᾱ , σελήνη the moon fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σελάνας — σελά̱νᾱς , σελήνη the moon fem acc pl (doric) σελά̱νᾱς , σελήνη the moon fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.